Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Στο πιο αγαπημένο μου πρόσωπο, την Ειρήνη μου


Μαύρα μαλλιά, καστανά μάτια, κατάλευκη επιδερμίδα 
Κι εκείνο το λακκάκι στο πιγούνι που έκανε 
Το χαμόγελο σου γλυκό, ξεχωριστό 
Δεν έχω πολλές αναμνήσεις, μα αυτές που έχω..είναι τόσο δυνατές 
Άλλαζες συχνά τα μαλλιά σου, κόκκινα, ξανθά, πότε μακριά..πότε κοντά
Εγώ όμως θα σε θυμάμαι με τα μαύρα σου μαλλιά που έφταναν 
Στον ώμο σου..σαν την φωτογραφία που έχω φυλάξει στο κουτάκι 
Με άλλα αγαπημένα πράγματα
Είχες θλιμμένο ύφος, το πρόσωπο σου ελαφρά πλαγιασμένο στον ώμο σου
Που είχε καλυφθεί από τα μαλλάκια σου
Κάθε Σαββατοκύριακο ανυπομονούσα να έρθω στην γιαγιά να σε δω
Δεν σε πετυχαίνα όλες τις φορές
Εκείνον τον καιρό σας έδιωχνε ο θείος από το σπίτι
Τρέχατε σε ξενοδοχεία και πότε πότε στο σπίτι μας
Ερχόσουν μ’ εκείνα τα περίεργα ρούχα..τα γυαλιστερά κοντά μπλουζάκια 
Τις φούστες, τα παντελόνια καμπάνες
Ίσως γι’αυτό αγαπώ πολύ τα γυαλιστερά ρούχα..μου θυμίζουν εσενα 
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την τελευταία μας συνάντηση
Στο ξενοδοχείο..μπήκαμε με την Μαμα και την θεία
Ήσουν στο μπάνιο..η θεία άρχισε να κλαίει οταν κατάλαβε τι έκανες 
Δεν ήξεραν τι να κάνουν..κι έτσι σκέφτηκαν να με βάλουν μέσα μαζί σου..
Ήμουνα τόσο χαρούμενη που θα ξανά έβλεπα 
Όμως κράτησε για λίγο
Οταν μπήκα στο μπάνιο, μόλις ειχες αρχίσει να ζεσταίνεις εκείνο 
Το μικρό μπουκαλάκι..μόλις έφτασε την κατάλληλη θερμοκρασία 
Το κάρφωσες με την σύριγγα..άντλησες όλο το υγρό που βρισκόταν μέσα του
Δεν καταλάβαινα τι γινόταν, ήμουν 5 χρόνων, θυμάμαι χαρακτηριστικά να σε κοιτάω 
Με τα μάτια ορθάνοιχτα, να σου φωνάζουν Ειρήνη μην το κάνεις..μη
Αλλά μάταια..εσύ ειχες αρχίσει ήδη να το αδειάζεις μέσα σου 
Δεν μπορούσα να μιλήσω..είχα παγώσει
Η τελευταία μου ανάμνηση και η πιο πικρή
Είχα μέρες να σε δω..ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο..ήταν αργά..
Η Μαμα έφυγε κλαίγοντας από το σπίτι..την επόμενη μέρα
Μου ανακοίνωσαν πως έφυγες για ένα μακρινό ταξίδι..
Εκείνο το ταξίδι χωρίς επιστροφή..
Ηθελα να έρθω να σε αποχαιρετήσω..αλλά δεν τα κατάφερα
Εκείνο το βράδυ, πριν σου πούμε το τελευταίο αντίο 
Έβλεπα εφιάλτες..έβλεπα πως έξω από την πόρτα της κουζίνας 
Περνούσαν οι συγγενείς μαυροφορεμένοι, κλαίγοντας που έφυγες 
Δεν μπόρεσα να σε ξανά δω και να να σου δώσω ένα φιλί 

Αρκέστηκες στα 18!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου