Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Οι μέρες πλέον κυλούσαν τόσο γρήγορα, τις ένιωθα τόσο μοναχικές κι άδειες
Τίποτα δεν μπορούσε να τις γεμίσει, όσο γεμάτες κι αν ήταν.
Βυθισμένη όπως πάντα σε κάποια σκέψη, η μουσική συνόδευε κάθε μου βήμα.
Πριπλανιόμουν άσκοπα στους δρόμους, συλλογιζόμουν ότι έχω γίνει ένα πλέον με την μοναξιά
Ίσως να μην πρόλαβα να την σταματήσω εκεί που έπρεπε, ίσως να είναι αυτή το άλλο μου ολόκληρο.


Η ατμόσφαιρα είναι υγρή, το βαθύ σκοτάδι έχει  καλύψει το περισσότερο σπίτι.
Μια χαραμάδα φως μπαίνει από το πλάι της κουρτίνας.. από το φως.. του δρόμου.
 


Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Έξω ψιχάλιζε έντονα, ένιωθα την κάθε σταγόνα, στα μαλλιά μου, στο πρόσωπό μου.
Προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω όλες αυτές τις αλλαγές σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα. 
..γι αυτά που αφήνω..και για τα νέα που θα συναντήσω..
Είναι που πρέπει να προχωράμε και να διαλέγουμε ότι είναι σημαντικό για εμάς..χωρίς να κοιτάμε πίσω..









Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

'Ταραγμένη, προσπαθούσε να βάλει το κλειδί στην κλειδαριά του αυτοκινήτου ,αφού τα κατάφερε, πέταξε τα πράγματά της βιαστικά στο πίσω κάθισμα, έσκυψε με τα δυο της χέρια πάνω στο τιμόνι, με τα αναφιλητά να ταράσσουν την ησυχία. Πήρε την απόφαση να βάλει μπροστά το αμάξι, το μυαλό της είχε θολώσει, δεν ήξερε που πήγαινε, τα άλλα αυτοκίνητα της κόρναραν, έκαναν ελιγμούς, αλλά εκείνη ήταν θολωμένη. Έξω είχε  αρχίσει να βρέχει, άνοιξε το ραδιόφωνο..

*So take me to the heavens now
As we burn down, as we are found
Take me to the heavens now
My heart screams out*

Τα τζάμια είχαν θολώσει..δεν έβλεπε πια τίποτα..

*Your heart burns slow, I feel the pain and I cry out, I cry out*

Το τραγούδι δεν ακουγόταν πια..ήταν σκοτάδι..ένιωθε ένα χέρι να την σφίγγει ..
Από μακριά ακουγόταν ένας ήχος..της έμοιαζε με τον ήχο του παλμού της..
Ο τεχνητός  ήχος, του παλμού της..'



Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Καθώς ξύπνησα, σκέφτηκα πως ακόμα μια μελαγχολική Κυριακή έφτασε, κι ας έχει έξω ήλιο. Χθες το μπλογκ έγινε 6 χρόνων. Ξεκίνησε σε μια αρκετά μεταβατική περίοδο για μένα, καθώς ήμουν στο δεύτερο έτος των σπουδών μου και διανύοντας τον πρώτο χωρισμό. Καμία φορά ανατρέχω πίσω και διαβάζω όσα ένιωθα τότε, δεν κρύβω πως υπάρχει μια νοσταλγία για τις μέρες εκείνες..το μπλογκ ξεκίνησε με αφορμή τον καταιγισμό συναισθημάτων που είχα και δεν ήξερα πως να διαχειριστώ. Το νησί πάντα τον χειμώνα είχε την πιο ´όμορφή´ μουντάδα και αυτό με βοήθησε ακόμα περισσότερο. Κάποια Κυριακή του Νοέμβρη, ετοίμασα την τσάντα μου, μέσα έβαλα ένα τετράδιο κι ένα στιλό και κατηφόρισα στο τότε αγαπημένο σημείο του νησιού. Υπήρχε ένα παγκάκι που ξεχώριζε για μένα από τα υπόλοιπα, ήταν μόνο του ανάμεσα σε τόσα άλλα..Αλλά η θέα  που μου πρόσφερε, ήταν μοναδική, τα σύννεφα..η ησυχία..η μυρωδιά του Καμένου ξύλου..η λιμνοθάλασσα! Σιγα σιγά τότε άρχισαν οι λέξεις να αποτυπώνουν την μελαγχολία μου..

Κάθε Κυριακή τα ίδια, κι ας μην είμαι πια εκεί.
Θα έχει πάντα εκείνη την μοναδική μελαγχολία.




Η Κυριακή.


Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Η τελευταία Κυριακή στο σπίτι, κούτες από δω κούτες από κει, γενικά μια αναστάτωση, αλλά όμορφη, ήταν μια από τις δυο πιο σημαντικές αλλαγές που θα ήθελα να με βρει ο καινούριος χρόνος, η άλλη πιστεύω θα έρθει σύντομα. Έτσι, αυτή την βδομάδα κάτι όμορφο θα συμβεί, ανυπομονώ!






Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Έσερνε το κορμί της προς το μπάνιο βγάζοντας ένα ένα τα ρούχα, πριν μπει, σταματούσε μπροστά στον καθρέφτη και κοιτούσε τον κουρασμένο εαυτό της, τους μαύρους κύκλους που κοντεύουν  να ξεπεράσουν το χρώμα των μαλλιών  της και τις άσπρες τρίχες που σιγά σιγά κυρίευαν, δεν την πείραζε τόσο το χρώμα όσο το καταραμένο άγχος που βίωνε καθημερινά. Με λυπημένο ύφος τραβούσε την κουρτίνα του μπάνιου, άνοιγε τέρμα το νερό στο καυτό, μπορούσε να κάθεται με τις ώρες, την ξεκούραζε.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Το κορίτσι

Το κορίτσι είχε βιώσει αρκετές στενοχώριες, τόσες, που σπάνια τα μάτια της..γινόντουσαν υγρά.
Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εκφράσει εύκολα αυτά που ένιωθε.
Έδινε καθημερινές μάχες με τον εαυτό της για να το ξεπεράσει.
Πάντα είχε μια σύγχυση και δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη τις λέξεις, της έφευγαν.
Έτρεχε πίσω τους μανιωδώς να τις προλάβει, μερικές της έβαζαν τρικλοποδιές , άλλες γελούσαν μαζί της, κι αν τύχαινε να προλάβει κάνα δυο, συνειδητοποιείται πως ήταν αταίριαστες και δεν έβγαζαν κανένα νόημα.
Σταματούσε απογοητευμένη και τις έβλεπε να χάνονται, μα δεν μπορούσε να κάνει κάτι.
Όταν της συνέβαινε αυτό, πήγαινε πάντα στο αγαπημένο της μέρος, εκεί όπου μπορούσε να αναπνεύσει, συνήθως τις Κυριακές, που η μοναξιά την έπνιγε.
Όταν τον βλέμμα της χανόταν στο απέραντο μπλε, της έδινε κουράγιο να συνεχίσει.
Την τελευταία φορά που έκανε προσπάθεια να εκφράσει κάποια από τα συναισθήματα της, από την άλλη πλευρά δεν άκουσε τίποτα, ήρθε αντιμέτωπη με την σιωπή.
Το κορίτσι από τότε, πήρε την απόφαση να σιωπήσει  κι αυτό, μια για πάντα.